Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΛΟΥ - 5


ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ 1-4. 

Ο Νίκος είναι ένας νέος γυμναστής που μένει με τον νεότερο αδελφό του και την άρρωστη μητέρα τους. Μία μέρα συναντά ένα μυστηριώδη άνδρα τον Σόκιν ο οποίος τον στέλνει με την βοηθεία κάτι ακτίνων που βγάζει ένας κρύσταλλος, στην Γαλλία του 1680, την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου. Το ταξίδι κρατά λίγα λεπτά και ο Νίκος επιστρέφει σαστισμένος, χωρίς να ξέρει τι έγινε.

Το ίδιο απόγευμα ο Σόκιν τον πλησιάζει πάλι και του προτείνει να κάνει ταξίδια στο χρόνο για λογαριασμό του. Του λέει ότι ενδιαφέρεται για μια λεπτομερή καταγραφή των όσων βλέπει στα ταξίδια του. Θέλει να εκμεταλλευθεί το ότι λόγω μιας γενετικής ανωμαλίας ο Νίκος έχει τριπλάσια παρατηρητικότητα και θυμάται πρόσωπα και λεπτομέρειες τρεις φορές περισσότερο από ένα φυσιολογικό άνθρωπο. Σε αντιστάθμισμα έχει μεν όσφρηση αλλά λιγότερη από το φυσιολογικό και δεν θυμάται ήχους και φωνές όσο ο μέσος άνθρωπος.  

Ο Σόκιν του λέει να το σκεφθεί και να του απαντήσει σε μία μέρα. Αν δεχόταν ο Νίκος, η μητέρα του θα είχε την καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ο αδελφός του θα έυρισκε δουλειά, ενώ και ο ίδιος θα είχε καλύτερες οικονομικές απολαβές. 
Ο Νίκος τον ξανασυναντά και τον ρωτά τι θα κερδίσει (ο Σόκιν) από αυτή την ιστορία, αν έχει ο ίδιος ταξιδέψει στο χρόνο, αν έρχεται από το μέλλον, αν ταξιδεύουν κι άλλοι όπως και άλλες λεπτομέρειες. Ο Σόκιν δεν του απαντά αλλά τελικά ο Νίκος παίρνοντας γενναιόδωρες διαβεβαιώσεις για την μητέρα του, τον αδελφό του και εκείνον δέχεται. Θα ταξιδεύει με μία ολόσωμη ισοθερμική μαύρη φόρμα και μία λάμα που βγάζει εκκενώσεις μέχρι 50.000 βολτ.  Και μικρούς ασημένιους δίσκους σαν νομίσματα, για όπου και αν μετράνε. 

Ύστερα από μία σύντομη εκπαίδευση ο Νίκος βρίσκεται στην πρώτη του αποστολή σε μία ακτή. 
Εκεί βρίσκουν καταφύγιο πελώριες θαλάσσιες χελώνες που είναι φιλικές μεταξύ τους και αδιάφορες προς το Νικο. Μέχρι που μπαίνουν σε μία μεγάλη σπηλιά πίσω του όπου επιδίδονται σε ένα θανατηφόρο αγώνα, όλες εναντίον όλων. 

Ο Νίκος σκαρφαλώνει από ένα άνοιγμα και βγαίνει σε μιά ερημιά όπου δεν υπάρχει καμία ένδειξη ανθρώπινης ζωής αλλά ούτε και φυτά ή ζώα. Βράχια και έρημος. Αρχίζει να προχωρά να δει τι είναι πιό κάτω. 

ΑΛΛΟΥ 5

Μετά από μία ώρα περπάτημα ο Νίκος ένοιωσε την απογοήτευση να τον τυλίγει. Ερημο τοπίο, παρ' όλο που ήταν ηλιόφωτο αυτή η πλήρης απουσία κάποιας ζωής, έστω σε φυτά, έκανε το ταξίδι του κουραστικό. Πέτρες, χαλίκια, άμμος, και πάλι τα ίδια... Άντε και κανένας πιο μεγάλος βράχος πότε πότε. Ο ήλιος πάνω του δεν τον έκαιγε, περπάταγε άνετα, ένα αεράκι που άρχισε να φυσά του έριχνε σκόνη στα μάτια. Σε λίγο θα ήθελε νερό, έπρεπε να γυρίσει, να βρει τρόπο να βράσει λίγο από τη θάλασσα αφού πρώτα βρεί κανένα καύκαλο χελώνας να το βάλει μέσα. Με τόσες μάχες που συνέβαιναν στην παραλία, αυτό δεν θα τον κούραζε. Ούτε το να βρει τροφή, δεν τον ενθουσίαζε το χελωνίσιο κρέας αλλά αν δεν έβρισκε τρόπο να πιάσει κανένα ψάρι, οι επιλογές του περιορίζονταν. Αρκεί να κατάφερνε να ανάψει φωτιά. Δεν είχε βρει ακόμα τρόπο να το κάνει... Ξερό ξύλο ή κάτι να αρπάξει φωτιά όταν θα έτριβε δυό πέτρες δεν υπήρχε ούτε για δείγμα... 

O δρόμος άρχισε να γίνεται ανηφορικός. Προχώρησε μηχανικά, ελπίζοντας σε καλύτερη θέα από ψηλότερα. Μετά από μισή ώρα ανήφορο που έγινε σε λίγο πιο απότομος έφτασε σην κορυφή ενός υψωματος. Γύρω του βουνά, κάτω θάλασσα γαλαζοπράσινη, μυτερά βράχια με μια κιτρινόασπρη  απόχρωση υψώνονταν κοντά στη θάλασσα αλλά και μέσα στο νερό, «κάποιο πέτρωμα» σκέφθηκε. Τίποτα ζωντανό να σταματήσει το μάτι του, κι ας έψαξε σχολαστικά σε αέρα, θάλασσα, γή. Μόνο ο αγέρας κινιόταν που του χτυπούσε το πρόσωπο.

Πήρε τον δρόμο της επιστροφής απογοητευμένος. Ο αέρας τώρα είχε δυναμώσει πολύ. Σκόνη γύρω του, εμπόδιζε τη ματιά του. Μικροί ανεμοστρόβιλοι που ξεκινούσαν έξαφνα, έπαιζαν λίγο και χάνονταν. Με το ζόρι έμενε όρθιος μερικές φορές. Εκεί που ήταν αεράκι ευχάριστο πριν λίγο τώρα άρχισε να γίνεται ενοχλητικό. Τάχυνε το βήμα του, το ενοχλητικό ίσως γινόταν και απειλητικό σε λίγο αν συνέχιζε έτσι.

Έγινε. Οι ανεμοστρόβιλοι δυνάμωσαν, μετά θέριεψαν, έγιναν μικροί τυφώνες. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει, χώμα και μικρά κομμάτια από πέτρες καμιά φορά τον χτυπούσαν.  Με δυσκολία έμενε όρθιος. Δεν μπορούσε να δει πολλά γύρω του, περπάταγε σκυφτός, τα μάτια του έψαχναν για τα σημάδια που είχε παρατηρήσει όταν έρχονταν.

Άλλος στη θέση του θα χάνονταν αλλά η παρατηρητικότητα του, το να έχει αποτυπωμένο το δρόμο που είχε έρθει στο μυαλό του τον έσωσε. Στα 4 πιά για να δίνει μικρότερη αντίσταση στον αέρα, περπάταγε πολύ αργά και δύσκολα τον δρόμο του γυρισμού. «Χελώνα έγινα και εγώ» σκέφθηκε. «έτσι που πάω…» 

Ο άνεμος δυνάμωσε κι άλλο. Τώρα πια δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα. Ενα βουητό ακούγονταν. Κάποια στιγμή ένοιωσε το σώμα του να αφήνει τη γή, να σηκώνεται… δεν είχε από πού να γαντζωθεί… ένα βράχο είδε αριστερά του, ένοιωθε το σώμα του όπως περιστρέφονταν να πηγαίνει με ορμή πάνω του, μόλις που πρόλαβε και με τα χέρια του έσκιαξε το πρόσωπο του.  Ένας πόνος… μετά σκοτάδι…


«Δεν θα πας να ξεκουραστείς ;» ακούστηκε η φωνή της Λίζας πίσω του. Οι οθόνες και οι συσκευές… ότι είχαν να μας πουν, μας το είπαν. Εσύ μου δίδαξες τα όρια μας, πόσο λίγο μπορούμε να επεμβαίνουμε, πόσο ανίσχυροι είμαστε ακόμα να το ελέγξουμε αυτό το πράμα, να κάνουμε κάτι… »

«Ναι…» είπε ο Σόκιν στην βοηθό του. «Έχεις δίκιο. Χάζευα… Ούτε εγώ ξέρω τι. Πήγαινε. Τα μαζεύω και εγώ σε λίγο και φεύγω. Θα πω στον  ο Κίμωνα να κάτσει βάρδια, θα μας ειδοποιήσει αν συμβεί κάτι»

«Τι να συμβει ; Να έρθει πίσω ; Από τώρα ; Καλά καλά δεν πήγε ! Ποτέ δεν έχει συμβεί !»

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί. Ας είμαστε έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Έλα πήγαινε να ξεκουραστείς… φεύγω σε λίγο»

Η νεαρή βοηθός τον κοίταξε για μια στιγμή ακόμα και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Ο Σόκιν κοίταξε πάλι την οθόνη. Μετά έδωσε μία εντολή. Ένα παράθυρο εμφανίστηκε και ζήτησε κάποιο κωδικό ασφαλείας. Έδωσε τον κωδικό, μόνο εκείνος ήξερε την ύπαρξη αυτής της εντολής και το κλειδί για να έχει πρόσβαση.

Ένα δεύτερο παράθυρο αναδύθηκε. Γεμάτος αγωνία διάβασε :

Σφυγμοί : 100  - Πίεση 151/86 – Θερμοκρασία : 36.9
Πιθανή ελαφριά διάσειση.
Πιθανή κατάσταση : Ακινησία - Λιποθυμία

«Πρέπει να τον φέρω πίσω» σκέφθηκε. «Αν μείνει εκεί, θα πεθάνει»
Κοίταξε γύρω του. Ήταν μόνος. Σε ένα άλλο παράθυρο είδε ότι έβλεπε η  μικρή κάμαρα που είχε εγκαταστήσει έξω από την πόρτα για να βλέπει ποιος έρχεται προς το εργαστήριο. Δεν ερχόταν κανείς.

Έδωσε πυρετικά μία ακόμα εντολή. Όλα τα παράθυρα έσβησαν. Πέρασε τρία κλειδιά που του ζητήθηκαν για να έχει πρόσβαση, το τρίτο ήταν το αποτύπωμα του δεξιού του δείκτη σε συγκεκριμένο σημείο.

«Επιθυμείτε παρέμβαση και περάτωση της υφιστάμενης διαδικασίας ; έλεγαν τα κόκκινα γράμματα που αναβόσβηναν. Απάντησε καταφατικά δύο φορές. Μετά πάτησε την εντολή που θα έφερνε τον Νίκο πίσω.

Η αθέατη κάμερα που κατέγραφε τις κινήσεις του έστειλε ότι έβλεπε στη Λίζα.

«Ο κωλόγερος !» μουρμούρισε ο Κίμωνας σκυμένος στην οθόνη από πάνω της. «Καλά το έλεγες ! Δεν μας τα έχει πει όλα !»

«Δεν βλέπουμε όμως τι πατά…» είπε σιγά η Λίζα, λες και φοβόταν μην την ακούσουν. «Ξέρουμε πως τελικά μπορεί να διακόψει το ταξείδι και κάτι έλεγε για πιέσεις και θερμοκρασίες, δεν φαινόταν καλά…  Χωρίς κωδικούς δεν μπαίνουμε»

«Φεύγα ! Θα βάλω ιό που θα αντιγράφει ότι πατά και θα τα δούμε όλα»

«Πας καλά ; Ένα από τα τελειότερα προγράμματα ασφαλείας έχει !»

«Για αυτή την εποχή ! Θα φέρω το VT από την εποχή μας»

«Πάει τα έχασες ! Θα το καταλάβει και τότε θα καταλάβει ότι δεν είμαστε από το τώρα εδώ. Και πάνε όλα !»

«Δεν θα καταλάβει τίποτα ! Φεύγα τώρα μη έρθει και αυτή η άσχετη η Αλίκη. Μας κοιτά που μας κοιτά μερικές φορές περίεργα. Φεύγα ! Σε λίγο θα έρθει να ζητήσει την βοήθεια μου στην επαναφορά»

Η Λίζα έσκυψε και τον φίλησε πριν γυρίσει να φύγει. Ο Κίμων έσβησε την κάμερα και πήρε ένα τεχνικό βιβλίο. Σε αυτή την φάση θα τον έβρισκε ο Σόκιν. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ